ecb reuters 1200x630.jpg

Αμετάβλητα αναμένεται να κρατήσει τα επιτόκια η Eυρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στη συνεδρίαση της επόμενης Πέμπτης (30.4.2026), περιμένοντας περισσότερα στοιχεία για τις δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την εκτίναξη στις τιμές των καυσίμων.

Το μήνυμα που έστειλαν τόσο η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, όσο και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της τις τελευταίες ημέρες είναι ότι μία αύξηση των επιτοκίων θα ήταν δικαιολογημένη μόνο αν αυξηθούν ευρύτερα οι τιμές προϊόντων και υπηρεσιών και οι πληθωριστικές προσδοκίες επιχειρήσεων και καταναλωτών.

Τα στοιχεία της Eurostat για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη τον πρώτο μήνα του πολέμου, τον Μάρτιο έδειξαν μία σημαντική αύξηση στο 2,6% σε ετήσια βάση από 1,9% τον Φεβρουάριο, αλλά η εξέλιξη αυτή οφειλόταν αποκλειστικά στις τιμές της ενέργειας. Αντίθετα, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, των υπηρεσιών και των μη ενεργειακών βιομηχανικών προϊόντων επιβραδύνθηκαν, με αποτέλεσμα ο δομικός πληθωρισμός – που δεν λαμβάνει υπόψη τις τιμές ενέργειας και των νωπών τροφίμων – να μειωθεί στο 2,2% από 2,3% τον Φεβρουάριο.

Για τον Απρίλιο, όταν πιθανόν θα έχει φανεί περισσότερο ο αντίκτυπος από τις τιμές των καυσίμων, τα στοιχεία θα ανακοινωθούν από την Eurostat την Πέμπτη το μεσημέρι, όταν θα συνεδριάζει το ΔΣ της ΕΚΤ. Τα στοιχεία αυτά θα αξιολογηθούν από την ΕΚΤ, αλλά μόνο αν δείχνουν μία μεγάλη αύξηση του δομικού πληθωρισμού θα μπορούσαν να ανατρέψουν την εικόνα και να οδηγήσουν σε απόφαση για αύξηση των επιτοκίων.

Την Πέμπτη θα ανακοινωθεί επίσης από την Eurostat και η πρώτη εκτίμηση για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης το α’ τρίμηνο του 2026, η οποία θα αξιολογηθεί επίσης από τους αξιωματούχους της ΕΚΤ καθώς θα δείχνει τον αντίκτυπο από τον πόλεμο στην ανάπτυξη της οικονομίας τον Μάρτιο.

Οι έρευνες οικονομικής συγκυρίας για τον Απρίλιο έδειξαν σημαντική μείωση της οικονομικής δραστηριότητας στον τομέα των υπηρεσιών καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας περιόρισε τη ζήτηση των καταναλωτών. Η εξέλιξη αυτή ήταν αναμενόμενη και αποτελεί ένα ανάχωμα στα όποια σχέδια γενικότερων αυξήσεων στις τιμές, σε αντίθεση με την ενεργειακή κρίση του 2022 όταν η ρευστότητα των νοικοκυριών ήταν υψηλή μετά την πανδημία και η διάθεσή τους για αυξημένη κατανάλωση διευκόλυνε τις αυξήσεις τιμών από τις επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο των προβλέψεων που έκανε η ΕΚΤ τον Μάρτιο, η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη αναμένεται να μειωθεί φέτος, λόγω του πολέμου, στο 0,9% από 1,2% που προέβλεπε στο τέλος του 2025. Υπάρχουν, όμως, εκτιμήσεις ότι η επιβράδυνση μπορεί να είναι μεγαλύτερη και πιο κοντά στο δυσμενές σενάριο που προέβλεπε αύξηση του ΑΕΠ μόλις κατά 0,6%. Ήδη, το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας ψαλίδισε στο μισό την πρόβλεψη για την ανάπτυξη φέτος στο 0,5% από 1%.

Για τον πληθωρισμό, το βασικό σενάριο της ΕΚΤ προβλέπει αύξηση του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή κατά 2,6% έναντι 1,9% που ήταν η πρόβλεψη πριν από τον πόλεμο, ενώ για τον δομικό πληθωρισμό -χωρίς τις τιμές των καυσίμων και των τροφίμων- προβλέπει πολύ μικρή αύξηση και συγκεκριμένα στο 2,3% έναντι 2,2%, αντίστοιχα. Το δυσμενές σενάριο, ωστόσο, προβλέπει σημαντικά μεγαλύτερη αύξηση και στους δύο δείκτες – στο 3,5% για τον γενικό πληθωρισμό και στο 2,7% για τον δομικό.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, δήλωσε ότι με τα σημερινά δεδομένα ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα είναι χαμηλότερος από το βασικό σενάριο της ΕΚΤ, εφόσον ο πόλεμος λήξει σύντομα, σύμφωνα με τις προσδοκίες που υπάρχουν στις αγορές και ευρύτερα. Για τον λόγο αυτό, είπε, η ΕΚΤ πρέπει να τηρήσει στάση αναμονής και να μη βιαστεί να αυξήσει τα επιτόκια. Αν, ωστόσο, ο πόλεμος συνεχιστεί, «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα κάνουμε ό,τι είναι αναγκαίο», είπε ο κ. Στουρνάρας, εννοώντας ότι θα είναι αναπόφευκτη η αύξηση των επιτοκίων.

Αυτό είναι και το γενικότερο κλίμα που επικρατεί στην ΕΚΤ αλλά και μεταξύ οικονομολόγων και αναλυτών. Από έρευνες που έκαναν το Reuters και το Bloomberg προκύπτει ότι οι οικονομολόγοι αναμένουν, με μία μικρή ή μεγαλύτερη πλειοψηφία πως η ΕΚΤ θα αυξήσει τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο (δηλαδή το επιτόκιο καταθέσεων θα αυξηθεί στο 2,25%). Υπάρχει, όμως, και ένα μικρότερο ποσοστό αναλυτών που δεν αναμένουν καμία αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ ή αναμένουν δύο αυξήσεις το 2026, όπως και οι αγορές χρήματος.

Πηγή: www.newsit.gr

Planet News