Τα εμπορικά ακίνητα στα πιο προβεβλημένα σημεία της Αθήνας επανέρχονται δυναμικά στο ενδιαφέρον των επενδυτών, καθώς μεγάλες διεθνείς αλυσίδες λιανικής και εστίασης αναζητούν διαθέσιμους χώρους σε δρόμους με υψηλή εμπορική κίνηση. Η αυξημένη τουριστική δραστηριότητα, η σταδιακή ενίσχυση της κατανάλωσης και η έλλειψη σύγχρονων επαγγελματικών χώρων διαμορφώνουν νέα δεδομένα στην αγορά, ωθώντας τα ενοίκια σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Η τάση αυτή καταγράφεται έντονα σε κορυφαίες εμπορικές περιοχές όπως η Ερμού, το Κολωνάκι, η Γλυφάδα, η Κηφισιά και ο Πειραιάς, όπου η ζήτηση για καταστήματα παραμένει αυξημένη. Σύμφωνα με ανάλυση της Cushman & Wakefield, η αγορά εμπορικών ακινήτων εξακολουθεί να εμφανίζει θετικές προοπτικές, καθώς οι επιχειρήσεις επενδύουν σταθερά σε τοποθεσίες με μεγάλη επισκεψιμότητα και ισχυρή εμπορική δυναμική.
Η Αθήνα εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό σημείο εισόδου για ξένες αλυσίδες που επιδιώκουν παρουσία στην ελληνική αγορά. Τα τελευταία χρόνια αρκετά διεθνή brands λιανεμπορίου, μόδας και εστίασης έχουν ανοίξει ή σχεδιάζουν νέα καταστήματα στην πρωτεύουσα, αναζητώντας χώρους σε κεντρικούς δρόμους όπου κινούνται καθημερινά χιλιάδες καταναλωτές και τουρίστες.
Η περιορισμένη ανάπτυξη νέων εμπορικών έργων, σε συνδυασμό με τη χαμηλή διαθεσιμότητα καταστημάτων στα πιο εμπορικά σημεία, διατηρεί ισχυρές πιέσεις στις τιμές ενοικίασης. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στην οδό Ερμού, η οποία παραμένει ο ακριβότερος εμπορικός δρόμος της χώρας. Για καταστήματα επιφάνειας περίπου 200 τετραγωνικών μέτρων, τα μισθώματα κυμαίνονται από 160 έως και 315 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα, ανάλογα με τη θέση και τα χαρακτηριστικά του ακινήτου.
Υψηλά παραμένουν τα μισθώματα και στο Κολωνάκι, όπου οι τιμές διαμορφώνονται μεταξύ 100 και 310 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο μηνιαίως. Η περιοχή εξακολουθεί να προσελκύει επιχειρήσεις που στοχεύουν σε κοινό υψηλότερης αγοραστικής δύναμης, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και η αυξημένη παρουσία επισκεπτών από το εξωτερικό. Αντίστοιχα, η Γλυφάδα διατηρεί τη θέση της ως ένας από τους ισχυρότερους εμπορικούς προορισμούς στα νότια προάστια, με μισθώματα από 100 έως 165 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η αυξημένη ζήτηση αποδίδεται τόσο στην κατανάλωση από κατοίκους υψηλού εισοδήματος όσο και στην ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος προς την Αθηναϊκή Ριβιέρα.
Σημαντική κινητικότητα εμφανίζει και ο Πειραιάς, όπου η ανάπτυξη του λιμανιού και η ενίσχυση της εμπορικής δραστηριότητας δημιουργούν νέα δεδομένα για την αγορά ακινήτων. Τα ενοίκια στους βασικούς εμπορικούς δρόμους κυμαίνονται από 60 έως 105 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ αυξημένο ενδιαφέρον παρατηρείται και από επιχειρήσεις εστίασης.
Στην Κηφισιά, η αγορά διατηρεί σταθερή δυναμική, με τα μισθώματα για εμπορικά καταστήματα να κυμαίνονται από 70 έως 120 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα. Η περιοχή παραμένει σημείο αναφοράς για premium brands, εστίαση και επιχειρήσεις που απευθύνονται σε πιο απαιτητικό καταναλωτικό κοινό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τομέας της εστίασης, ο οποίος εξελίσσεται σε βασικό πυλώνα της αγοράς εμπορικών ακινήτων. Εστιατόρια, καφέ και αλυσίδες γρήγορης εστίασης συνεχίζουν να αναζητούν χώρους τόσο σε εμπορικούς δρόμους όσο και σε οργανωμένα εμπορικά κέντρα, αξιοποιώντας την αυξημένη τουριστική και καταναλωτική κίνηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, οι χώροι εστίασης που αναζητούνται κυμαίνονται συνήθως από 30 έως 500 τετραγωνικά μέτρα. Στο κέντρο της Αθήνας, τα μισθώματα για καταστήματα εστίασης περίπου 350 τετραγωνικών μέτρων κυμαίνονται από 50 έως 100 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο μηνιαίως. Στη Γλυφάδα διαμορφώνονται από 50 έως 80 ευρώ, στον Πειραιά από 40 έως 70 ευρώ και στην Κηφισιά από 50 έως 80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι όσο διατηρούνται ισχυρές οι επιδόσεις του τουρισμού και της ιδιωτικής κατανάλωσης, η ζήτηση για εμπορικά ακίνητα υψηλής προβολής θα συνεχίσει να κινείται σε αυξημένα επίπεδα, ενισχύοντας περαιτέρω τις αξίες και τα μισθώματα στους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους της Αθήνας.
Πηγή: www.diaforetiko.gr

