proipologismos vouli eurokinissi 1 1200x630.jpeg

Οι αυστηροί δημοσιονομικοί περιορισμοί, που επιβάλλει ο ευρωπαϊκός κανόνας για τις καθαρές πρωτογενείς δαπάνες, καθορίζουν τις νέες παροχές της κυβέρνησης όχι μόνο για το εκλογικό έτος 2027 αλλά για την τετραετία έως και το 2030. 

Σε αυτό το περιβάλλον, ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για το «πακέτο» της ΔΕΘ, κινείται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, και πρόκειται να αυξηθεί αν οι Βρυξέλλες αναγνωρίσουν το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης ότι τα περιθώρια από τα πρόσθετα έσοδα που προέκυψαν από τις δράσεις για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής μπορούν να δημιουργήσουν επιπλέον περιθώρια δαπανών.

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν τα υπουργεία για την κατάρτιση του νέου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2027 – 2030 αποτυπώνεται στην εγκύκλιο που απέστειλε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους προς όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, καλώντας τους να υποβάλουν έως το τέλος Ιουλίου τις προτάσεις τους για τις δαπάνες και τις πολιτικές της επόμενης τετραετίας.

Η εγκύκλιος ξεκαθαρίζει ότι κάθε νέα μόνιμη δαπάνη θα πρέπει να κινείται εντός των ορίων που προβλέπει ο ευρωπαϊκός κανόνας δαπανών. Παράλληλα, τα αιτήματα για νέες παροχές, επιδοτήσεις ή ενισχύσεις θα αξιολογούνται με βάση τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και τη συμβατότητά τους με τους στόχους του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος.

Υπό αυτό το πρίσμα, η μάχη των υπουργείων για την εξασφάλιση πρόσθετων πόρων αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς κάθε αίτημα για νέες δαπάνες θα αξιολογείται με βάση το διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο που δημιουργεί η ανάπτυξη της οικονομίας και τις δεσμεύσεις της χώρας έναντι των ευρωπαϊκών κανόνων.

Με βάση τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, οι συνολικές καθαρές πρωτογενείς δαπάνες προβλέπεται να αυξάνονται με ετήσιους ρυθμούς πέριξ του 3% έως 3,6% για τα έτη 2026-2029, και επειδή η ονομαστική αύξηση είναι σε αρκετές περιπτώσεις χαμηλότερη από τις τρέχουσες πληθωριστικές πιέσεις, οι κοινωνικές ενισχύσεις θα παρουσιάσουν οριακή ή και αρνητική μεταβολή σε πραγματικούς όρους.

Ο κυβερνητικός προγραμματισμός της επόμενης τετραετίας για την κρίσιμη (σε επίπεδο κοινωνικών παροχών) κατηγορία των μεταβιβάσεων, σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, είναι αποκαλυπτικός.

Οι θετικές μεταβολές είναι οριακές για την τριετία 2027 – 2029 ενώ το 2030 το πρόσημο γίνεται αρνητικό. Σύμφωνα με τις προβλέψεις: από τα 35,788 δισ. ευρώ (+ 0,17% το 2027), θα διαμορφωθούν σε 36,385 δισ. ευρώ το 2029 (+381 εκατ. ευρώ ή +1,06%) ενώ το 2030 θα διαμορφωθούν σε 36,377 δισ. ευρώ υποχωρώντας και σε απόλυτους αριθμούς (7,8 εκατ. ευρώ) αλλά και σε ποσοστό (0,02%).

Η συνολική αύξηση στο υπό εξέταση διάστημα περιορίζεται σε μόλις 648,5 εκατ. ευρώ ή περίπου 1,8%, γεγονός που αποτυπώνει τις περιορισμένες δυνατότητες διεύρυνσης των κοινωνικών δαπανών στο νέο δημοσιονομικό περιβάλλον. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι πρόσθετες παροχές που θα ανακοινώνονται κάθε χρόνο θα πρέπει να χρηματοδοτούνται είτε από την υπεραπόδοση των εσόδων είτε από ανακατανομή πόρων εντός του προϋπολογισμού, ή από περικοπές δαπανών.

Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι σημαντικό μέρος του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου των επόμενων ετών θα προέλθει από τη μόνιμη ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, ως αποτέλεσμα της επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της εφαρμογής νέων ψηφιακών εργαλείων κατά της φοροδιαφυγής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το ψηφιακό πελατολόγιο, το ψηφιακό δελτίο αποστολής, η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας στην εστίαση και οι νέοι μηχανισμοί ελέγχου της ΑΑΔΕ που αξιοποιούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών και φορολογικών αποκλίσεων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις «μεταβιβάσεις» περιλαμβάνονται: συντάξεις και λοιπές κοινωνικές παροχές, επιδόματα (τέκνων, αναπηρίας, στέγασης κ.λπ.), επιχορηγήσεις προς νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία και άλλους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, επιδοτήσεις και ενισχύσεις προς επιχειρήσεις, καθώς και πληρωμές προς διεθνείς οργανισμούς και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε κάθε περίπτωση οι κοινωνικές παροχές μειώνονται ανά τομέα σε όρους ΑΕΠ, καθώς η οικονομία αναπτύσσεται, ενώ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πορεία του πληθωρισμού.

ΑΕΠ και πληθωρισμός

Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες προβλέψεις του ΥΠΕΘΟΟ, οι οποίες εναρμονίζονται με τις πρόσφατες εκτιμήσεις της Κομισιόν και της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός ανάπτυξης εφέτος θα υποχωρήσει στο 1,8% – 2% (από την αρχική αισιόδοξη πρόβλεψη για 2,4%), λόγω της νέας ενεργειακής κρίσης.

Ο πληθωρισμός θα πάρει την ανηφόρα για να κλείσει το τρέχον έτος στο 3,7% – 3,8% (έναντι αρχικής εκτίμησης για αποκλιμάκωση στο 2,2%).

Μάλιστα ο «ενεργειακός» πληθωρισμός στην Ελλάδα αναμένεται να κάνει άλμα στο 11,1%, επηρεάζοντας οριζόντια τις τιμές των αγαθών και επιβαρύνοντας το κόστος ζωής.

Στο Δελτίο για τον πληθωρισμό που κυκλοφόρησε χθες η ΤτΕ προβλέπει ότι ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην Ελλάδα θα ενισχυθεί στο 3,8% το 2026 και στο 3% στην Ευρωζώνη, τροφοδοτούμενος κυρίως από το πρόσφατο σοκ στις τιμές της ενέργειας.

Το 2027, ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται να επιβραδυνθεί σημαντικά τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωζώνη (στο 2,6% και 2,3% αντίστοιχα), καθώς εξασθενούν οι πιέσεις από τις τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων.

Πηγή: www.newsit.gr

Planet News