supermarket 1200x630.jpeg

Οι μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων στον κόσμο, όπως η Coca-Cola, η Procter & Gamble, η Nestle και η Reckitt κάνουν λόγο για εκ νέου αύξηση των τιμών μέσα στον επόμενο χρόνο, ώστε να ανταπεξέλθουν στο αυξανόμενο κόστος.

Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές φαίνονται διστακτικοί απέναντι στις αυξημένες δαπάνες του σουπερμάρκετ και κυρίως για τα είδη τροφίμων, αφού το κόστος που επιβαρύνει τους παραγωγούς μετατοπίζεται στην αγοραστική δυνατότητα των πελατών.

Ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν συνεχίζει να δυσχεραίνει τους παραγωγούς, διότι προκαλεί υψηλότερο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών και μεταφορών. Με τον τρόπο αυτό, οι εταιρείες παραγωγής απορρυπαντικών, αναψυκτικών και σνακ έρχονται αντιμέτωπες με μια δύσκολη ισορροπία: από τη μια πλευρά να προστατεύσουν τα περιθώρια κέρδους και από την άλλη να χάσουν μερικούς από τους πελάτες τους.

Οι ακόμη υψηλότερες τιμές στα καθημερινά προϊόντα εντείνουν τις ανησυχίες ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί σε υψηλά επίπεδα και τον επόμενο χρόνο. Πιο συγκεκριμένα, οι αυξημένοι λογαριασμοί καυσίμων και τροφίμων αποτελούν καθοριστικό παράγοντα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ την επόμενη εβδομάδα.

Η τάση των καταναλωτών πλέον επικεντρώνεται σε εταιρείες λιγότερο γνωστές και οικονομικότερα προϊόντα, αποφεύγοντας να αγοράζουν τα ακριβότερα επώνυμα συσκευασμένα τρόφιμα.

Υπενθυμίζεται ότι από πέρσι οι εταιρείες είχαν έρθει αντιμέτωπες με δασμούς στις εισαγωγές που επέβαλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

«Η τιμολόγηση είναι το τελευταίο εργαλείο που έχει απομείνει σε αυτές τις εταιρείες και το χρησιμοποιούν σε έναν καταναλωτή που έχει ήδη φτάσει στα όριά του όσον αφορά την προθυμία του να πληρώσει περισσότερα», δήλωσε ο David Wagner, επικεφαλής μετοχών και διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Aptus Capital Advisors, επενδυτή της PepsiCo, σύμφωνα με το Reuters.

Την Τρίτη (27.10.2026), ο διευθύνων σύμβουλος της Coca-Cola, Henrique Braun, δήλωσε ότι η πίεση στους καταναλωτές ενδέχεται να συνεχιστεί έως το 2027, σημειώνοντας ότι «βλέπουμε αυξημένες πιέσεις στο κόστος, οι οποίες οφείλονται στην αύξηση του κόστους logistics και μεταφορών».

Πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν οι τιμές;

Σε εμπόδιο εξελίσσεται το αυξημένο κόστος για τις μεγάλες εταιρείες τροφίμων και καταναλωτικών αγαθών. Τα περιθώρια να απορροφήσουν νέες επιβαρύνσεις περιορίζονται, ενώ ταυτόχρονα οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι οι συνεχείς ανατιμήσεις μπορεί να στρέψουν τους καταναλωτές σε φθηνότερες επιλογές.

Οι Reckitt και Procter & Gamble εκτιμούν νέες πιέσεις από πρώτες ύλες, ενέργεια και μεταφορές, ενώ η P&G υπολογίζει πλέον στα 1,4 δισ. δολάρια την επιβάρυνση των ετήσιων κερδών, από 1 δις που υπολογιζόταν έως τώρα, από το υψηλότερο κόστος. Από την πλευρά της, η Reckitt αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μεγαλύτερων αυξήσεων των τιμών, την ίδια στιγμή που παραμένουν ενεργές προσφορές και προωθητικές ενέργειες.

Το όριο, πάντως, φαίνεται να το θέτει ο ίδιος ο καταναλωτής με τις αγοραστικές τους επιλογές. Η PepsiCo έχει ήδη προσαρμόσει αρκετές φορές την τιμολογιακή της πολιτική για να στηρίξει τις πωλήσεις, ενώ η Nestlé επισημαίνει ότι κάθε νέα ανατίμηση μπορεί αρχικά να περιορίσει τη ζήτηση.

Συμπερασματικά, για τον κλάδο το στοίχημα είναι να καλύψει μέρος του αυξημένου κόστους χωρίς να πιέσει υπερβολικά την κατανάλωση, ιδιαίτερα σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, όπου οι καταναλωτικές τάσεις μεταβάλλονται διαρκώς σε μη επώνυμα προϊόντα.

Πηγή: www.newsit.gr

Planet News