1675183216247 8100316 vourtsi 3 og.jpg

Πίσω όμως από τα δάκρυα, τις προδοσίες και τις «μοιραίες» γυναίκες των ταινιών της δεκαετίας του ’60 υπήρχε μια καλλιτέχνις με κλασική παιδεία, βαθιά θεατρική εκπαίδευση, εξαιρετική φωνή και μια καριέρα πολύ ευρύτερη από αυτή που άφησε να εννοηθεί ο χαρακτηρισμός «Μάρθα Κλάψα».

Μαλβίνα Κάραλη: Παιδί θαύμα του παλιού σινεμά- Η σπάνια φωτογραφία της με τη Μάρθα Βούρτση

vourtsi-696x463.jpg

Η Μάρθα Βούρτση γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1937. Ήταν κόρη του μαέστρου και συνθέτη Μιχάλη Βούρτση, ενός από τους ανθρώπους που συνδέθηκαν με την ίδρυση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, και μητέρας που ήταν ζωγράφος. Μεγάλωσε, επομένως, σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική και η τέχνη δεν ήταν κάτι μακρινό, αλλά κομμάτι της καθημερινότητάς της. Από τα έξι της χρόνια έκανε μαθήματα πιάνου, ενώ στην εφηβεία της αποφάσισε ότι αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν να γίνει ηθοποιός.

Και η επιλογή της δεν ήταν καθόλου τυχαία. Η Βούρτση είχε ήδη γνωρίσει το θέατρο του Καρόλου Κουν και στα 16 της είχε γοητευτεί από όσα έβλεπε στο περίφημο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Εκεί θα αναζητούσε και τη δική της καλλιτεχνική ταυτότητα.

vourtsi

Από τον Κουν στην Επίδαυρο

Η Βούρτση φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Ανάμεσα στους δασκάλους της ήταν ο Κάρολος Κουν, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, η Μαρία Αλκαίου, ο Γιάννης Σιδέρης, ο Βασίλης Βακαλό και ο Μάριος Πλωρίτης.

Η πρώτη της επαφή με το θέατρο ήρθε ακόμη ως μαθήτρια. Όπως είχε διηγηθεί η ίδια, το 1957 έπαιξε τη γριά στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, ενώ όταν αρρώστησε η Νέλλη Αγγελίδου στην «Αυλή των θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, κλήθηκε μέσα σε μόλις δύο ημέρες να αναλάβει τον ρόλο της. Ήταν, όπως η ίδια περιέγραφε, το πραγματικό της «βάπτισμα» μπροστά στο κοινό.

Το 1958 έκανε την πρώτη της επαγγελματική θεατρική εμφάνιση στη «Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι, με το «Ελεύθερο Θέατρο», σε θίασο στον οποίο συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Κώστας Καζάκος και ο Λεωνίδας Τριβιζάς.

Η διαδρομή που ακολούθησε στο θέατρο ήταν εντυπωσιακά διαφορετική από την εικόνα της κινηματογραφικής «καταφρονεμένης». Έπαιξε από επιθεώρηση και κωμωδία μέχρι κλασικό δράμα και αρχαία τραγωδία, σε έργα των Ευριπίδη, Σοφοκλή, Λόρκα, Ντε Φίλιπο, Λίλιαν Χέλμαν και άλλων σημαντικών συγγραφέων.

Κορυφαία στιγμή υπήρξε η Εκάβη στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, το 2001 στην Επίδαυρο. Ήταν η πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο και, όπως είχε αποκαλύψει, χρειάστηκε τέσσερις μήνες πρόβες για έναν ρόλο που αντιμετώπισε με τεράστιο σεβασμό.

Η γυναίκα που έγινε «Μάρθα Κλάψα»

Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1959, στην ταινία «Ο Μαγκούφης». Ακολούθησαν αρκετές διαφορετικές εμφανίσεις, όμως το κοινό αρχικά γνώρισε και αγάπησε τη Βούρτση μέσα από την κωμωδία.

Στα «Κίτρινα γάντια» του Αλέκου Σακελλάριου, το 1960, υποδύθηκε την υπηρέτρια, ενώ έναν χρόνο αργότερα στον «Σκληρό άνδρα» του Γιάννη Δαλιανίδη εμφανίστηκε ως μαχητική δικηγόρος. Και στις δύο περιπτώσεις αποκάλυψε την κωμική πλευρά της.

Ύστερα, όμως, η κινηματογραφική της πορεία πήρε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση.

Η δεκαετία του ’60 ήταν η εποχή των ελληνικών μελοδραμάτων και η Βούρτση έγινε η κατεξοχήν ηρωίδα τους: η γυναίκα που προδίνεται, υποφέρει, χωρίζει, χάνει, αγαπά και στο τέλος πληρώνει ακριβά τη μοίρα της.

«Προδομένη αγάπη», «Είναι μεγάλος ο καημός», «Κάθε καημός και δάκρυ», «Απόκληρη της κοινωνίας», «Περιφρόνα με, γλυκιά μου», «Με πόνο και με δάκρυα», «Θέλω να ζήσω στον ήλιο», «Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή», «Κατάρα είν’ ο χωρισμός», «Τα ξένα χέρια είναι πικρά» και δεκάδες ακόμη ταινίες δημιούργησαν έναν ολόκληρο κινηματογραφικό μύθο γύρω από το πρόσωπό της.

Το κοινό της έδωσε το παρατσούκλι «Μάρθα Κλάψα». Εκείνη όμως δεν το θεώρησε προσβλητικό. Αντίθετα, το χαρακτήρισε «παράσημο».

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της προσωπικότητάς της: η Βούρτση γνώριζε πολύ καλά ότι είχε ταυτιστεί με έναν συγκεκριμένο τύπο ρόλου, αλλά δεν επέτρεψε ποτέ στον συγκεκριμένο τύπο να ορίσει το σύνολο της καλλιτεχνικής της αξίας.

Μπορούσε να κάνει τον κόσμο και να γελά

Η εικόνα της μόνιμα δακρυσμένης γυναίκας έκρυβε μια ηθοποιό με έντονο κωμικό ταλέντο.

Το απέδειξε ήδη από τα πρώτα της χρόνια στον κινηματογράφο, αλλά και πολύ αργότερα στην τηλεόραση. Στη «Πολυκατοικία», όπου υποδύθηκε την Παναγιώτα Πετροχείλου, μια ολόκληρη νέα γενιά γνώρισε μια διαφορετική Μάρθα Βούρτση: σαρκαστική, δυναμική και απολαυστικά κωμική.

Είχε προηγηθεί η παρουσία της σε σειρές όπως η «Οδός Ανθέων», η «Ελίζα και οι άλλοι», οι «Επτά Θανάσιμες Πεθερές» και ο «Ένας μήνας και κάτι».

Δεν ήταν μόνο ηθοποιός – είχε και φωνή

Μια πλευρά της που συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο είναι η μουσική της ικανότητα.

Η Βούρτση διέθετε καλή φωνή και τραγούδησε στον κινηματογράφο έργα σημαντικών Ελλήνων δημιουργών, μεταξύ των οποίων ο Μίμης Πλέσσας, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιώργος Ζαμπέτας. Ιδιαίτερα γνωστά έγιναν τα ντουέτα της με τον Νίκο Ξανθόπουλο, καθώς οι δυο τους αποτέλεσαν ένα από τα χαρακτηριστικά ζευγάρια του λαϊκού ελληνικού κινηματογράφου.

Έτσι, η εικόνα της «τραγικής ηρωίδας» δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα υποκριτικής. Η Βούρτση μπορούσε να μεταφέρει το συναίσθημα και μέσα από το τραγούδι.

VOURTSI

Μάρθα Βούρτση – Σινέ Κεραμεικός-Τηλεοπτικά βραβεία ‘Πρόσωπα 2008 30-06-2008

Η δική της εταιρεία παραγωγής

Μια ακόμη λιγότερο γνωστή πλευρά της καριέρας της είναι ότι η Βούρτση δεν περιορίστηκε στον ρόλο της ηθοποιού.

Γύρω στο 1966 δημιούργησε τη δική της εταιρεία παραγωγής, τη «Μάρθα Φιλμ». Η προσπάθεια, όμως, δεν είχε την οικονομική επιτυχία που περίμενε. Η παραγωγική αυτή περιπέτεια της κόστισε σημαντικά και τελικά η εταιρεία διαλύθηκε.

Είναι μια λεπτομέρεια που αλλάζει αρκετά την εικόνα της: η Βούρτση δεν ήταν απλώς η ηθοποιός που περίμενε να της προσφέρουν τον επόμενο ρόλο. Σε μια εποχή κατά την οποία ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν σε μεγάλη άνθηση, επιχείρησε να αποκτήσει και η ίδια έλεγχο πάνω στην παραγωγή.

Η μεγάλη παγίδα του «μελό»

Η επιτυχία της ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τελικά έγινε και περιορισμός.

Για το κοινό, η Μάρθα Βούρτση έγινε σχεδόν συνώνυμη με το δάκρυ. Για τους ανθρώπους όμως του θεάτρου ήταν μια ηθοποιός που μπορούσε να δοκιμαστεί σε πολύ απαιτητικούς ρόλους.

Το 1962 μάλιστα τιμήθηκε από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου Αθηνών με το βραβείο Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την «Προδομένη αγάπη».

Η ίδια, πάντως, δεν αντιμετώπιζε την επιτυχία της στο σινεμά ως «διαβατήριο» για να αποκτήσει μεγαλύτερη θέση στο θέατρο. Σε συνεντεύξεις της είχε μιλήσει με σαφήνεια για τη διάκριση ανάμεσα στα δύο μέσα και για την ανάγκη ο ηθοποιός να γνωρίζει τα όριά του.

Μια γυναίκα που δεν αγαπούσε τις ταμπέλες

Ίσως η πιο αποκαλυπτική Μάρθα Βούρτση να βρίσκεται τελικά στις συνεντεύξεις της.

Μιλώντας για την εποχή που μεγάλωσε, είχε πει ότι ανήκει στη γενιά της Κατοχής και ότι εκείνη η γενιά έμαθε να εκτιμά ακόμη και το ψωμί. Μιλούσε με νοσταλγία για έναν κόσμο χωρίς κινητά, χωρίς την εμμονή με τις μάρκες και την εικόνα, αλλά κυρίως για τη σημασία των μικρών λεπτομερειών στην καθημερινότητα.

Και αυτή η παρατήρηση είχε ιδιαίτερο βάρος για μια ηθοποιό. Η ίδια πίστευε ότι οι εμπειρίες της ζωής –οι μυρωδιές, οι άνθρωποι, οι σχέσεις, ακόμη και ο τρόπος που κάποιος γράφει– είναι υλικό που βοηθά τον ηθοποιό να βρει τις λεπτομέρειες ενός ρόλου.

Από τη «μοιροχτυπημένη» ηρωίδα στην Εκάβη

Υπάρχει κάτι σχεδόν συμβολικό στην πορεία της. Η γυναίκα που επί χρόνια έκλαιγε στις οθόνες για έναν χαμένο έρωτα, έναν προδομένο γάμο ή μια άδικη μοίρα, βρέθηκε το 2001 στην Επίδαυρο να υποδύεται μια από τις τραγικότερες μητέρες της παγκόσμιας δραματουργίας: την Εκάβη.

Η ίδια είχε μιλήσει για τον ρόλο ως μια τεράστια πρόκληση. Η παράσταση των «Τρωάδων», σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα και με μουσική της Ελένης Καραΐνδρου, αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πορεία της.

Και ήταν ίσως η καλύτερη απάντηση σε όσους την είχαν εγκλωβίσει για χρόνια στην εικόνα της «Μάρθας Κλάψας».

Γιατί η Μάρθα Βούρτση δεν ήταν απλώς η γυναίκα που έκλαιγε.

Ήταν μια θεατρίνα του Κουν, μια ηθοποιός που πέρασε από την κωμωδία στο δράμα και από το λαϊκό μελό στην αρχαία τραγωδία. Μια καλλιτέχνις που τραγούδησε, ίδρυσε δική της εταιρεία παραγωγής, έπαιξε στην Επίδαυρο και κατάφερε, δεκαετίες μετά την ακμή της στον κινηματογράφο, να ξανασυστηθεί στο κοινό.

Κι αν το ελληνικό σινεμά της χάρισε το προσωνύμιο «Μάρθα Κλάψα», η ίδια κατάφερε τελικά να το μετατρέψει σε τίτλο τιμής.

Γιατί πίσω από κάθε δάκρυ της υπήρχε μια ηθοποιός που ήξερε πολύ καλά πώς να κάνει το κοινό να αισθάνεται.


Πηγή: www.gossip-tv.gr

Planet News