Σε μια ιστορία όπου η αγάπη δεν ακολουθεί ποτέ τις απλές διαδρομές, οι ζωές των ανθρώπων μπλέκονται σαν λεπτές κλωστές που άλλοτε αντέχουν κι άλλοτε κόβονται απότομα.
Η Μελισσάνθη ζει σε μια εύθραυστη ισορροπία. Δίπλα της είναι ο Απόστολος, σύζυγος και στήριγμα, και ανάμεσά τους ο μικρός Γεράσιμος, το παιδί που ενώνει και ταυτόχρονα κρύβει ένα παρελθόν που θα ειπωθεί τελικά ολοκληρωμένα. Μόνο που η ζωή θα ανατρέψει βίαια την οικογενειακή τους γαλήνη…
Το Σπίτι Δίπλα Στο Ποτάμι: Η δολοφονία του Φωκά τσακίζει την Ιουλία και την οικογένειά τους

Ο μικρός Γεράσιμος μεγαλώνει περιτριγυρισμένος από την αγάπη της Μελισσάνθης και του Απόστολου, παρόλο που εκείνος δεν είναι ο πραγματικός του πατέρας. Αυτό το γνωρίζουν μόνο η Μελισσάνθη και ο βιολογικός πατέρας του μικρού, ο Άγγελος, που όμως δεν ζει πια, καθώς αυτοκτόνησε αφού δεν μπορούσε να έχει για πάντα τον μοναδικό του έρωτα. Έτσι τουλάχιστον νομίζει εκείνη, γιατί ο Απόστολος όλα αυτά τα χρόνια ήξερε όχι μόνο για τη σχέση της με τον Φλεριανό αλλά και ότι το παιδί δεν είναι δικό του.
Όταν έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης, ο Απόστολος καθησυχάζει τη σύζυγό του. «Δεν χρειάζεται να πεις κάτι, θα σου το πω μία και τελευταία φορά. Δεν αλλάζει τίποτε στον γάμο μας. Το παρελθόν ανήκει στο παρελθόν κι εμείς έχουμε ένα παιδί να μεγαλώσουμε».
Όμως η ευτυχία δεν κρατάει για πολύ… Ένα απόγευμα ο μικρός πέφτει στο σπίτι και δεν ξανασηκώνεται. Η Μελισσάνθη στην αρχή νομίζει πως είναι ένα μικρό ατύχημα, αλλά το παιδί μένει ασάλευτο. Η γυναίκα ουρλιάζει το όνομά του, αλλά αυτός που της απαντάει είναι ο Απόστολος:
«Πρέπει να τον πάμε στο νοσοκομείο».
Η αγωνία και των δύο είναι τεράστια. Έχουν την αίσθηση ότι όλα κινούνται πολύ αργά. Βλέπουν τον γιατρό να τους πλησιάζει.
«Λυπάμαι…», τους λέει.
Η Μελισσάνθη τον κοιτάζει και δεν μπορεί να καταλάβει.

«Τι έγινε, γιατρέ;», ρωτάει ο Απόστολος.
«Δεν ξέρουμε ακόμη. Απλώς σταμάτησε η καρδιά του…», είναι η απάντηση που λαμβάνει και η Μελισσάνθη λιποθυμάει.
Η μεγάλη επιστροφή
Οι επόμενες ημέρες στο σπίτι τους είναι τραγικές. Η νεκροψία έδειξε ότι το παιδί είχε εκ γενετής ελαττωματική κοιλιακή αορτή. Κανείς από τους γιατρούς δεν μπορούσε να το έχει διαγνώσει και το ανεύρυσμα έφερε το τέλος ξαφνικό.
Την ημέρα της κηδείας η Μελισσάνθη κάθεται ακίνητη, χωρίς δάκρυα, σαν να μην καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Ο Απόστολος υποβαστάζεται από τη Νίτσα και τον Χρήστο.
Στο σπίτι ο Απόστολος λέει στους φίλους του:
«Η Μελισσάνθη δεν είναι καλά».
«Γιατί; Εσύ είσαι καλά;», του απαντάει ο Χρήστος.
Λίγο μετά ο Φατούρος πάει να δει τη γυναίκα του, η οποία αρχίζει έναν παρατεταμένο μονόλογο:
«Πήρα τη μεγαλοψυχία σου και την έκανα ασπίδα. Δεν άντεξα τη μεγάλη αγάπη και κρύφτηκα. Πήρα στον λαιμό μου έναν άνδρα και τον οδήγησα στην αυτοκτονία. Για όλα πλήρωσε το παιδί μου με τη ζωή του…».
Εκείνη τη στιγμή ένας υπόκωφος θόρυβος ακούγεται από το σώμα του Απόστολου, που σωριάζεται στο πάτωμα.
Ο Χρήστος και η Νίτσα τρέχουν να δουν τι έγινε, όμως η Μελισσάνθη ξέρει:
«Έφυγε κι αυτός…», τους λέει.
Ο Χρήστος προσπαθεί να τον συνεφέρει, αλλά μάταια. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι δύο μέρες μετά θα μαζευτούν όλοι στο ίδιο νεκροταφείο για να αποχαιρετήσουν και τον Απόστολο Φατούρο.
Έχοντας χάσει τα πάντα στην πόλη και βαθιά σημαδεμένη από τις ενοχές για τις επιλογές της που οδήγησαν σ’ αυτήν την αλυσίδα θανάτων, η Μελισσάνθη λυγίζει οριστικά. Χτυπημένη, συντετριμμένη και χωρίς κανένα στήριγμα, μαζεύει τα κομμάτια της και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής.
Το πατρικό σπίτι δίπλα στο ποτάμι και η αγκαλιά της μητέρας της γίνονται το μοναδικό της καταφύγιο.
Πηγή: TV 24
Πηγή: www.gossip-tv.gr

